parallax background
2η Ημέρα Εργασιών για το Πανελλήνιο Συνέδριο Μαθηματικής Παιδείας.
6 Νοεμβρίου, 2016
Ολοκληρώθηκε το 33ο Πανελλήνιο Συνέδριο Μαθηματικής Παιδείας.
7 Νοεμβρίου, 2016

"Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, πολλοί είναι εκείνοι που αναζητώντας μια λύση στο πρόβλημα αναφέρονται σε αναλύσεις του γαλλικού, του γερμανικού ή του φινλανδικού μοντέλου εκπαίδευσης, λες και η νοοτροπία ή ο χαρακτήρας των μαθητών στις χωρές αυτές εμφανίζει ομοιότητες με τους δικούς μας."


Ο φυσικός του Εκπαιδευτικού Ομίλου "Πράξη & Πρόοδος" , Γιατρομανωλάκης Γιάννης, συντάσσει ένα κείμενο για τις μεταρρυθμίσεις που διαμορφώνουν κατά καιρούς το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Εν αναμονή της νέας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης υπό τον κ. Φίλη, ένα από τα καυτά θέματα των ημερών είναι η πρόταση της επιτροπής Λιάκου που δόθηκε στη δημοσιότητα, περί αναμόρφωσης του εκπαιδευτικού συστήματος. Όπως συνηθίζεται, ανάλογα με το μέγεθος των αντιδράσεων που αυτή θα προκαλέσει θα καθοριστεί και το μέλλον της. Γιατί όμως το δύσμοιρο εκπαιδευτικό μας σύστημα να χρειάζεται μία ακόμα αλλαγή; Πόσες αλλαγές είχαμε την τελευταία 20ετία και γιατί είναι απαραίτητη μια εκ θεμελίων μεταρρύθμιση κάθε 2-3 χρόνια;

Κατά τον Έρασμο, “η βασική ελπίδα ενός έθνους στηρίζεται στη σωστή εκπαίδευση της νεολαίας του”. Στην Ελλάδα, έχουν περάσει ήδη δύο αιώνες από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους με την έλευση του Καποδιστρια και την προσπάθεια του το 1828 για την πνευματική αναγέννηση του έθνους μέσω της υποχρεωτικής στοιχειώδους εκπαίδευσης. Στο διάστημα αυτό, σταθμό στην εκπαίδευση αποτέλεσε η μεταρρύθμιση Παπανούτσου του 1964 που καθιέρωσε τη δημοτική γλώσσα, την εννιάχρονη δωρεάν υποχρεωτική φοίτηση και εφάρμοσε για πρώτη φορά εισαγωγικές εξετάσεις για την τριτοβάθμια φροντίζοντας για την ισότητα των ευκαιριών και τον εκδημοκρατισμό του εκπαιδευτικού συστήματος. Την κριτική που υπέστη η μεταρρύθμιση Παπανούτσου και την ακύρωση μεγάλου μέρους της στα χρόνια της δικτατορίας αποκατέστησε η μεταρρύθμιση Ράλλη του 1976 στην οποία οφείλεται και η διάσπαση του εξατάξιου γυμνασίου, με εξετάσεις στις δύο τελευταίες τάξεις του λυκείου.

Η μεταρρύθμιση Κακλαμάνη του 1983 εφάρμοσε το σύστημα των δεσμών με γενικές εξετάσεις σε 4 μαθήματα. Ακολούθησε η αποτυχημένη εφαρμογή της συντηρητικής μεταρρύθμισης Κοντογιαννόπουλου του 1991 που συνάντησε τις έντονες αντιδράσεις της μαθητικής νεολαίας την οποία διαδέχτηκε η μετριοπαθής μεταρρύθμιση Σουφλιά του 1993. Ριζοσπαστική ήταν η μεταρρύθμιση Αρσένη του 1998 με την αντικατάσταση των δεσμών από τα 5 επιστημονικά πεδία και εξετάσεις σε 14 μαθήματα στις δύο τελευταίες τάξεις, που ξεσήκωσε όμως κύματα διαδηλώσεων και καταλήψεων. Τον αριθμό των μαθημάτων μείωσε η μεταρρύθμιση Ευθυμίου του 2001 σε 10, με σταδιακή κατάργηση των εξετάσεων της Β’ Λύκειου και ακολούθως η μεταρρύθμιση Γιαννάκου του 2006 που όρισε τα εξεταζόμενα μαθήματα σε 6, εισάγοντας ταυτόχρονα τη βάση του 10 για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια.

Πιο πρόσφατα, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση Διαμαντοπούλου του 2011 για τα ΑΕΙ που εφαρμόστηκε με πρωτοφανή βουλευτική πλειοψηφία, προβλέποντας κατάργηση του θεσμού της πρυτανείας και του πανεπιστημιακού ασύλου ενώ περιόριζε χρονικά τη διάρκεια φοίτησης. Η μεταρρύθμιση Αρβανιτόπουλου του 2013 που εφάρμοσε την τράπεζα θεμάτων στις εξετάσεις του λυκείου αντικαταστάθηκε σύντομα, με την αλλαγή κυβέρνησης, μέσω ενός μεταβατικού συστήματος υπό τον κ. Μπαμπινιώτη και ταυτόχρονη μείωση των εξεταζόμενων μαθημάτων σε 4.

Η ανακύκλωση ιδεών και συστημάτων κατά τις τέσσερις τουλάχιστον τελευταίες δεκαετίες είναι πέρα για πέρα εμφανής. Η “καινοτόμος” επαναφορά των 4 μαθημάτων αλλά και η πρόσφατη πρόταση για επαναφορά της “αμαρτωλής” τράπεζας θεμάτων είναι μερικά μόνο παραδείγματα. Και αναρωτιέται κανείς, η παιδεία μας είναι όντως προβληματική; Έχουν νόημα άραγε αυτές οι αλλαγές ή ο εκάστοτε υπουργός παιδείας προσπαθεί να συνδέσει το όνομα του με μια νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση; Δυστυχώς, το εκπαιδευτικό μας σύστημα πάσχει και σε αυτό δε χωράει αμφισβήτηση. Φαίνεται από την υποβάθμιση και απαξίωση του δημόσιου σχολείου, από τις χαμηλές προσδοκίες από τους μελλοντικούς μας φοιτητές αλλά και την τεράστια διαρροή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. Η οικονομική κρίση συνέβαλε ώστε το πρόβλημα να λάβει μεγάλες διαστάσεις, αλλά δεν το δημιούργησε. Υπάρχουν θέματα που έχουν ήδη τεθεί όπως η συζήτηση για το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών και των Θρησκευτικών, των μαθητικών παρελάσεων και της αποσύνδεσης του Λυκείου από τις εισαγωγικές για την τριτοβάθμια εξετάσεις, αλλά φοβάμαι ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι βαθύτερο.

Αναζητώντας την ουσία του προβλήματος θα έπρεπε κάποιος να παρατηρήσει ότι κάποτε, για έναν μαθητή η εισαγωγή σε μια καλή σχολή σήμαινε αυτόματα και την επαγγελματική του αποκατάσταση. Γινόταν γιατρός, μηχανικός, δικηγόρος ή δάσκαλος και εξαρχής είχε την ασφάλεια που ο αντίστοιχος επαγγελματικός κλάδος του προσέφερε, οικονομική και κοινωνική. Σήμερα, οι γιατροί και οι μηχανικοί γνωρίζουν ότι με το πέρας των σπουδών πρέπει να ξενιτευτούν, ενώ οι δικηγόροι και οι δάσκαλοι θα πρέπει να καταφύγουν στην ετεροαπασχόληση, αφού πέρα των στρατιωτικών και αστυνομικών επαγγελμάτων κανένα άλλο δεν μπορεί σήμερα να εξασφαλίσει αποκατάσταση. Η εκπαίδευση έχει αποσυνδεθεί πλήρως από το μέλλον και η μεγαλύτερη ήττα του τωρινού εκπαιδευτικού συστήματος είναι η αντίληψη όλο και περισσότερων νέων ότι αποτελεί χάσιμο χρόνου.

Καταστάσεις που επιβαρύνουν το πρόβλημα πολλές. Μην ξεχνάμε ότι στον τόπο μας, καλός δάσκαλος είναι εκείνος που θα σε δωροδοκήσει με ψηλούς βαθμούς. Στον τόπο μας, οι περισσότεροι γονείς ονειρεύονται να δουν τα παιδιά τους να γίνονται γιατροί και δικηγόροι ενώ είναι παράλογο κάποιος με 19.000 μόρια να δηλώσει χαμηλόβαθμη σχολή. Στον τόπο μας συνηθίζεται στο λύκειο να σε ξεζουμίζουν για την εισαγωγή σου στο πανεπιστήμιο, αλλά σου επιτρέπουν να γίνεσαι “τουρίστας” στη σχολή σου μέχρι την περιόδο της εξεταστικής. Στον τόπο μας, τα παιδιά που “αποτυγχάνουν” στιγματίζονται και όσα από αυτά αρνούνται να συμβιβαστούν με σπουδές σε ένα διαφορετικό αντικείμενο από αυτό που ονειρεύονται, αναγκάζονται να γίνουν μετανάστες στα 18 τους στη γειτονική Βουλγαρία, Ρουμανία ή (τώρα τελευταία) Κύπρο. Την ίδια στιγμή, εκατοντάδες διακεκριμένοι έλληνες ακαδημαϊκοί, εργαζόμενοι σε ξένα πανεπιστήμια, αναμένουν με αγωνία την προκήρυξη μιας θέσης που θα τους επαναπατρίσει, αλλά η κυβέρνηση αρνείται την έναρξη διαλόγου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια υπό το φόβο της δήθεν υποβάθμισης της δημόσιας παιδείας.

Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, πολλοί είναι εκείνοι που αναζητώντας μια λύση στο πρόβλημα αναφέρονται σε αναλύσεις του γαλλικού, του γερμανικού ή του φινλανδικού μοντέλου εκπαίδευσης, λες και η νοοτροπία ή ο χαρακτήρας των μαθητών στις χωρές αυτές εμφανίζει ομοιότητες με τους δικούς μας. Ακόμα κι έτσι όμως, οι περισσότερες αναλύσεις μένουν στα στοιχεία που φαντάζουν εντυπωσιακά αγνοώντας την ουσία. Αγνοούμε ότι το φινλαδικό μοντέλο, που θεωρείται και το πιο επιτυχημένο πανευρωπαϊκά, διατηρεί τον βασικό του κορμό από το 1993. Φροντίζει για τη σωστή επιλογή των εκπαιδευτικών και επιβάλει την αξιολόγηση τους και τη συνεχή τους επιμόρφωση. Είναι συνδεδεμένο με την αγορά εργασίας και υπάρχει μέριμνα ώστε οι μαθητές να κατανέμονται με ίσους όρους τόσο στα τμήματα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης όσο και στις τεχνικές σχολές.

Η πρόταση της επιτροπής Λιάκου περιλαμβάνει κατά τη γνώμη μου πολλά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, όπως αντίστοιχα και ιδέες που έχουν εφαρμοστεί στο παρελθόν και έχουν αποτύχει στην πράξη. Η αναβάθμιση του επαγγελματικού λυκείου, το εθνικό απολυτήριο και η αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών είναι στοιχεία απαραίτητα για τη βελτίωση της λειτουργίας του σχολείου. Η πρόταση αυτή όμως είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, εάν δεν υπάρξει συναίνεση όλων των φορέων στη δημιουργία ενός μόνιμου μοντέλου εκπαίδευσης που θα συνοδεύεται με αναβάθμιση των σχολικών εγκαταστάσεων, αντικατάσταση των απαρχαιωμένων βιβλίων και φροντίδα ώστε το έμψυχο δυναμικό να αποκτήσει τα κατάλληλα εφόδια που θα το βοηθήσουν να ανταποκριθεί στον απαιτητικό ρόλο του δασκάλου.

Το μεγάλο εθνικό μας πλεονέκτημα, πιστεύω, αφορά την αξία που έχει η εκπαίδευση των νέων για την ελληνική οικογένεια. Όσα στραβά κι αν έχουμε στον τόπο μας, όσο κι αν μας έχει ταλαιπωρήσει η παρούσα οικονομική κρίση, η απόκτηση παιδείας παραμένει προτεραιότητα με όποιο τρόπο και για όποιο λόγο αυτό συμβαίνει. Το κόστος της εκπαίδευσης, που στη χώρα μας παραμένει υψηλό, είναι το τελευταίο πράγμα που οι γονείς θα αρνηθούν να επωμιστούν για χάρη των παιδιών τους, ακόμα και όταν τα υπόλοιπα έξοδα τους κατακλύζουν. Ίσως αυτή η κυρίαρχη αξία να είναι τελικά ο λόγος για τις συνεχόμενες διακρίσεις ελλήνων αλλά και για την έντονη παρουσία μας στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Σε αυτό το πλεονέκτημα θα πρέπει να χτίσουμε.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στον ιστότοπο: alfavita.gr: https://www.alfavita.gr/arthron/ekpaideysi/peri-ekpaideytikis-metarrythmisis

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αρέσει σε %d bloggers: